Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία

Η ανάρτηση αυτή γίνεται για να φιλοξενήσει τα σχόλια του άρθρου "Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία:πολιτισμικές ρήξεις εντός ενός ελληνορθοδόξου κοινωνικού περιβάλλοντος" του Αλέξανδρου Σακελλαρίου.

Το άρθρο έχει αναρτηθεί στο ιστολόγιο "Αθεΐα" όπου για λόγους πρακτικούς τα σχόλια είναι κλειστά και ο σχολιασμός γίνεται στα ιστολόγια των αρθρογράφων, εφόσον έχουν δικό τους ιστολόγιο. Σε περίπτωση που ο αρθρογράφος δεν έχει ιστολόγιο, ο σχολιασμός γίνεται σε κάποιο ιστολόγιο που αναλαμβάνει να φιλοξενήσει το άρθρο ή/και τα σχόλια.

Το συγκεκριμένο άρθρο θα δημοσιευτεί σε δύο συνέχειες. Μπορείτε να το διαβάσετε στον παραπάνω σύνδεσμο και να σχολιάσετε εδώ.


Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

"ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΥ ΠΑΡΕΙΣ ΚΑΤΙ"



Κάθε Τρίτη απόγευμα συνοδεύω την κόρη μου σε μάθημα χορού και περιμένω μία ώρα εκεί μέχρι να τελειώσει και να γυρίσουμε σπίτι. Αυτό το χρονικό διάστημα το αξιοποιώ με διάφορους τρόπους: ψώνια, περπάτημα, διάβασμα... Εδώ και δυο τρεις μήνες, εξαιτίας του μεγάλου φόρτου εργασίας, παίρνω μαζί μου το λάπτοπ και κάθομαι και δουλεύω εκεί. Συνήθως κατεβαίνω στο υπόγειο, όπου στο τέρμα του διαδρόμου έχει ένα τραπεζάκι καφενείου που με βολεύει να κάθομαι. Επιπλέον είναι πιο ήσυχα, διότι δεν περνάνε από εκεί πολλά άτομα που πηγαινοέρχονται στα μαθήματά τους. 

Ακριβώς δίπλα στο σημείο που κάθομαι, υπάρχει ένας αυτόματος πωλητής με αναψυκτικά, γλυκά και άλλα φαγώσιμα. Εχτές το απόγευμα, την ώρα που σχόλασε κάποιο μάθημα, βλέπω ένα αγοράκι να κατευθύνεται γραμμή προς τα εκεί με τον πατέρα του να ακολουθεί.
- Μπαμπά, θα μου πάρεις κάτι;
Κάτι. Τι κάτι; Προφανώς ό,τι να ναι.
Δεν θέλει κάτι συγκεκριμένο, είναι φανερό. Δεν είναι ας πούμε ότι λαχτάρησε σοκολάτα ή γκαζόζα. Δεν θέλει πραγματικά κάποιο από τα προσφερόμενα αντικείμενα, θέλει απλώς κάτι. Κάτι πολύχρωμο, φανταχτερό, κάτι από το μεγάλο, γυαλιστερό μηχάνημα, κάτι που χρειάζεται δύναμη για να το αποκτήσεις, η δύναμη που σου δίνουν τα νομίσματα, δύναμη που σου δίνει η επιρροή σου στον μπαμπά.
- Τι θέλεις;
Έτσι άμεσα και απλά, αδιαπραγμάτευτα. Χωρίς κανέναν προβληματισμό ως προς αν είναι κατάλληλη η ώρα, το προϊόν, ο τρόπος… αλλά φυσικά όσα ξέρει ο γονιός δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος και μια λιχουδιά από ένα αυτόματο μηχάνημα μια στις τόσες υπό ορισμένες συνθήκες ίσως να είναι ενταγμένο με κάποιον τρόπο στη μέθοδο ανατροφής του παιδιού του.

Ο μικρός κοιτάζει αναποφάσιστος. Ο πατέρας περιμένει υπομονετικά, ήρεμος, ενώ το βλέμμα του μικρού διατρέχει τη βιτρίνα. Κάποια στιγμή το προσωπάκι του φωτίζεται.
 - Πατατάκια!
Ο μπαμπάς ρίχνει κάποια νομίσματα. Ο μικρός παρακολουθεί προσηλωμένος. Διαβάζει τον κωδικό του προϊόντος που πρέπει να πληκτρολογήσει ο πατέρας για να το επιλέξει.
- Ένα... επτά.... κάππα.
Όμως το μηχάνημα επιστρέφει τα χρήματα. Έχω μισογυρισμένη την πλάτη και παρακολουθώ με την άκρη του ματιού μου, οπότε δεν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς συνέβη. Υποθέτω ότι μπέρδεψε το μονόευρο με δίευρο ή κάτι τέτοιο. Όπως και να έχει, δεν μπορεί να αγοράσει τα πατατάκια.
- Δεν τα παίρνει αυτά, έλα πάμε.
- Πάρε μου κάτι άλλο!
- Δεν φτάνουν τα χρήματα.

Προς στιγμήν μου περνά από το μυαλό ότι είναι κόλπο για να μην του πάρει κάτι, με το παιδαγωγικά φαιδρό και συναισθηματικά νωθρό σκεπτικό του τύπου «ας μην του φέρω αντίρρηση και βρω το μπελά μου τώρα και τσακωνόμαστε, ας κάνω απλώς ότι δεν έχω χρήματα για να τον ξεφορτωθώ» που εφαρμόζουν πολλοί γονείς, οι οποίοι προκειμένου να μην φέρουν το παιδί τους αντιμέτωπο με μια άρνηση και αναγκαστούν έτσι να αντιμετωπίσουν την αντίδρασή του, προκειμένου δηλαδή να μην κουραστούν για να αναθρέψουν το παιδί τους με όρια και με αρχές, προτιμούν να το χειραγωγούν. 

Αλλά μάλλον γελάστηκα. Ο πατέρας εξετάζει προσεκτικά τη βιτρίνα και τελικά λέει:
- Θέλεις μία Kiss;
- Ναι! ...τι είναι η Kiss;
- Αυτό εδώ το πορτοκαλί.
Ο πατέρας ρίχνει τα νομίσματα στο μηχάνημα
- Είκοσι… και είκοσι. Γιατί έδωσες σαράντα ευρώ;
Κανένα σχόλιο, καμία εξήγηση από τον πατέρα ως προς την πραγματική αξία των νομισμάτων. Ρίχνει απορροφημένος τα νομίσματα στη σχισμή του μηχανήματος.

Το αντικείμενο του πόθου κατρακυλά με θόρυβο και πέφτει στη σχισμή του μηχανήματος, έτοιμο για παραλαβή.
- Είδες; Έλα, πάρ’ το. Πάμε.
Ο μικρός αρπάζει ευχαριστημένος το αντικείμενο του πόθου, ένα αντικείμενο το οποίο δεν ξέρει καν τι είναι, δεν ξέρει αν είναι γλυκό ή αλμυρό, δεν έχει ξαναδεί ούτε ξανακούσει ποτέ του. Ίσως όμως αυτό να το καθιστά πιο ποθητό ή ίσως να μην έχει καμία απολύτως σημασία: αρκεί που προέρχεται από το μαγικό μηχάνημα, αρκεί που είναι πολύχρωμο και φανταχτερό και τρόπαιο της καταναλωτικής δύναμης. Δεν ξέρει τι είναι η Kiss, ξέρει όμως ότι την θέλει.

Πατέρας και γιος απομακρύνονται κι εγώ μαζεύω το λάπτοπ και πηγαίνω να πάρω την κόρη μου, που ποτέ δεν ζητά τίποτε από αυτόματα μηχανήματα, που ποτέ δεν με ζαλίζει ζητώντας πατατάκια ή γαριδάκια ή καραμέλες ή παγωτά χωρίς πραγματικά να τα θέλει, που άμα της προσφέρεις κάποια λιχουδιά μπορεί να σου πει και όχι, αν δεν την θέλει εκείνη τη στιγμή. Αναρωτιέμαι αν έχει να κάνει με το χαρακτήρα της, με την ανατροφή της ή και με τα δύο – το πιθανότερο. Από μικρή συνήθισε ότι τα γλυκά και τα πατάκια είναι κάτι που τρώμε μια φορά την εβδομάδα ή σε γιορτές και όχι όποτε μας κατέβει, ότι τις καθημερινές μπορεί να φάμε ένα κομματάκι σοκολάτα την ημέρα αλλά όχι μια σοκολάτα ολόκληρη, μία καραμέλα αλλά όχι περισσότερες. Συνήθισε ακόμη πως όταν βγαίνουμε για ψώνια έχουμε μια λίστα με όσα θέλουμε και παίρνουμε αυτά και όχι ένα σωρό άσχετα επειδή μας γυάλισαν, πως όταν πάμε στο μάθημα χορού πάμε στο μάθημα χορού και δεν κάνουμε στάση σε κάθε περίπτερο για παγωτά και γλειφιτζούρια που δεν λαχταράμε και που επιθυμούμε μόνο και μόνο επειδή έτυχε να τα δούμε κρεμασμένα μπροστά μας. 

Αναρωτιέμαι αν έκανα καλά που τη μεγάλωσα έτσι ή όχι. Αν την έκανα πιο εγκρατή και πιο ανεξάρτητη διδάσκοντάς της να κινείται μέσα σε όρια ή αν την έκανα λιγότερο διεκδικητική και πιο υποχωρητική απ’ όσο πρέπει.

Το μέλλον θα δείξει.

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

Η μοναξιά του άθεου πριν την ανάσταση


Ελλάδα, Μαρούσι, Μεγάλη Παρασκευή 2015. 

Σε φιλικό σπίτι, συν ανδράσι και τέκνοις, για ούζο και μεζέ. Ένα βουνό φρεσκοψημένα τσουρέκια στιβαγμένα στον πάγκο της κουζίνας, παιδικά τιτιβίσματα από τα δωμάτια, αντρικά γέλια από το σαλόνι, γυναίκες και ηλικιωμένοι στην κουζίνα κουβεντιάζουμε, παρέα με την οικοδέσποινα που δεν στέκει λεπτό. 

Παράδοση.

Κάποια στιγμή αδειάζει και κάθεται μαζί μας.
- Πού να σας λέω τι είπε η μεγάλη μου σήμερα σαν είδε τον επιτάφιο. Μαμά, μου λέει, αυτός δεν είναι ο αληθινός Χριστός, είναι ψεύτικος! Της είπα ότι ο αληθινός είναι στον ουρανό. Κοίταξε πάνω και είδε τον τρούλο, με τον Χριστό ζωγραφισμένο με ανοιχτά τα χέρια. Μαμά, μου λέει, αυτός δεν είναι πεθαμένος! Οι πεθαμένοι δεν έχουν ανοιχτά μάτια και ανοιχτά χέρια σηκωμένα ψηλά! Είναι για να μας αγκαλιάσει όλους, της λέω. Και τι μου απαντάει; Παίρνει ένα ύφος, σουφρώνει τη μύτη και μου λέει, μαμά! Οι πεθαμένοι δεν ξανασηκώνονται! Μας είπε η δασκάλα ότι ο Χριστός πήγε στο Λάζαρο, που ήταν δυο μέρες πεθαμένος και μέσα στο χώμα, και του είπε να σηκωθεί κι εκείνος σηκώθηκε. Εγώ όμως ξέρω πως άμα κάποιος πεθάνει και μπει στο χώμα, δεν ξανασηκώνεται! Τι λέτε; Σωστά δε σκέφτεται το παιδί;
Μικρή σιωπή στο τραπέζι. Παππούς, γιαγιά, θεία και μια οικογενειακή φίλη σιγούν και κοιτάζουν. Τολμώ να πω ήσυχα:
- Για τη δική μου κρίση, ναι, σωστά σκέφτεται.
Και η γιαγιά, ανήσυχα:
- Ναι, καλά, αλλά μην τα καταλάβει στραβά…
Και η μάνα, κοφτά:
- Τι στραβά, καλέ μητέρα; Τέλος πάντων, μεγάλο θέμα αυτό, ας το αφήσουμε.
Η οικογενειακή φίλη χαμογελάει:
- Εκκολαπτόμενη επιστήμονας η μικρή.
Όχι αναγκαστικά, σκέφτομαι, αλλά ελεύθερα σκεπτόμενος άνθρωπος σίγουρα ναι.

Και μηρυκάζω σκέψεις για τη μάνα, που προφανώς είναι σκεπτικίστρια αν όχι άθεη, αφού καμαρώνει για τον συλλογισμό του παιδιού της, κι ωστόσο πηγαίνει Μεγάλη Παρασκευή πρωί στην ακολουθία του επιταφίου με την πεθερά της και με τα παιδιά της, για τα θρησκευτικά έθιμα που έχουν παντρευτεί τόσο αξεδιάλυτα στη συνείδησή μας με την κοινωνική ζωή, για τη χριστιανική μυθολογία που διδάσκουμε στα παιδιά μας αποσιωπώντας το γεγονός ότι είναι απλώς ένας μύθος κι ελπίζοντας ότι θα το καταλάβουν μόνα τους. 

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να τον κάνουμε στην άκρη;

Και γιατί είναι τόσο δύσκολο να καταλάβουμε ότι μπορεί κανείς να είναι έλληνας χωρίς να είναι χριστιανός ορθόδοξος;

Ρωτά η μητέρα:
- Εσείς τι κάνετε συνήθως το Πάσχα, ψήνετε;
Μικρή αμηχανία. Γιατί είναι δεδομένο ότι πρέπει να ψήσουμε; Γιατί είναι δεδομένο ότι το Πάσχα σημαίνει κάτι για μας; Πότε δηλώσαμε χριστιανοί και δεν το ξέρουμε; Τι να απαντήσω, πώς να εξηγήσω;
- Εμείς τρεις άνθρωποι είμαστε, τι να ψήσουμε… Αν και έχουμε ψήσει κατά καιρούς. Παλιότερα μέναμε σε μονοκατοικία, είχαμε καλέσει όλη την οικογένεια, τα αδέλφια μου με τα παιδιά τους, ψήσαμε αρνί στον κήπο, ήταν ωραία. Άλλες φορές, στο διαμέρισμα, βάλαμε σε μικρή ψησταριά, κοντοσούβλι, παϊδάκια, σεφταλιές… έχει το γούστο του κι έτσι.
- Και φέτος;
- Φέτος μας έχει καλέσει η ανιψιά μου. Θα ψήσουν πάνω στην ταράτσα κι έχουν καλέσει όλο το σόι. Εγώ μάλλον θα πάω για λίγη ώρα, έχω πολλή δουλειά, μάλλον θα στείλω τους υπόλοιπους κι εγώ θα πεταχτώ για μισή ωρίτσα μόνο.
Και η γιαγιά:
- Μα θα δουλέψετε και την Κυριακή;
- Ναι, έχω πολύ φόρτο… θα δουλέψω όλες αυτές τις μέρες.
Φαίνεται παραξενεμένη, πολύ παραξενεμένη. Τόσο που νιώθω την ανάγκη να εξηγήσω, να δικαιολογήσω.
- Ξέρετε, για μένα το Πάσχα δεν σημαίνει και πολλά. Πιστεύω ότι τα έθιμα είναι για να υπηρετούν τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος τα έθιμα. Αν τύχει να μαζευτούμε με παρέα και να φάμε, το χαίρομαι. Αλλά και αν δεν γίνει δεν νιώθω να μου λείπει κάτι. Τώρα που έχω πολλή δουλειά, αυτό προέχει για μένα.
Δεν ικανοποιήθηκε, το βλέπω. Κάτι της χτυπάει παράξενα.
- Πρέπει να πηγαίνω. Η δουλειά βλέπετε…
- Και σήμερα; - ρωτά η θεία.
- Ναι, κάθε μέρα. Πέρασα μεγάλο διάστημα χωρίς δουλειά και τώρα που πάνε καλύτερα τα πράγματα, δεν λέω όχι σε πελάτη.
- Βέβαια, κατανοητό, εννοείται. - λέει η μητέρα
Και βλέπω ότι το εννοεί. Αλλά ενώ έτσι το νιώθει, αλλιώς το ζει.

Σηκώνομαι να φύγω. Ευχές από όλους:
- Καλή ανάσταση!
Σκέφτομαι, πώς ξέρετε ότι γιορτάζω την ανάσταση; Πώς ξέρετε ότι σημαίνει κάτι για μένα; Πότε, πώς μάθατε τι πιστεύω και πώς ζω; Γιατί είναι τόσο δεδομένο ότι είμαι χριστιανή;
Στρέφομαι στη γιαγιά και λέω:
- Καλή ανάσταση να έχετε.
Και το εννοώ. Εκείνη τη θέλει την ευχή, εκείνη θα γιορτάσει την ανάσταση.
- Καλή ανάσταση και σε εσάς.
Και το εννοεί. Αλλά για μένα η γλύκα της ευχής έρχεται ανάμεικτη με την πίκρα της ισοπέδωσης.

Γιατί κανείς δεν αναρωτιέται αν εγώ γιορτάζω ή όχι την ανάσταση, αν αρμόζει να μου ευχηθούν ή όχι;

Γιατί δεν σκέφτεστε ότι μπορεί και να μην είμαι χριστιανή;

Ναι, προφανώς ανήκω στην λευκή φυλή, ναι, έχω ελληνική καταγωγή, ναι, οι παππούδες και οι προπαππούδες μου ήταν όλοι έλληνες, ναι, το όνομά μου δεν θυμίζει καμία γνωστή «αλλόθρησκη» ή «ετερόδοξη» μειονότητα του ελλαδικού χώρου (εβραίοι, μουσουλμάνοι, καθολικοί), αυτό όμως δεν σημαίνει πως είμαι αναγκαστικά χριστιανή ορθόδοξη. Μπορεί παρ’ όλ’ αυτά να ανήκω σε κάποιο άλλο θρήσκευμα ή δόγμα, μπορεί να είμαι χριστιανή αλλά να είμαι επίσης χορτοφάγος και εκ πεποιθήσεως να μην τρώω ποτέ μου κρέας, μπορεί να ήμουν χριστιανή άλλοτε και στην πορεία να έγινα, ξέρω κι εγώ, βουδίστρια, παγανίστρια, δωδεκαθεΐστρια, μπορεί ακόμη, ποιος ξέρει, μπορεί και να είμαι άθεη.

Θα μου άρεσε να το σκεφτόσασταν. Θα μου άρεσε αντί να με ρωτάτε «Εσείς τι κάνετε το Πάσχα;» να με ρωτούσατε «Εσείς το γιορτάζετε το Πάσχα;» ή «Εσείς είστε χριστιανοί;» Αλλά αυτό το ερώτημα φυσικά θα ξένιζε τη συντριπτική πλειοψηφία των συμπατριωτών μου, αν τους το έθεταν. Μα φυσικά και είμαστε, θα έλεγαν, τι φανταστήκατε; Αφού είμαστε έλληνες, είμαστε χριστιανοί.

Θα μπορούσα να σταματήσω να εύχομαι καλή ανάσταση. Τι νόημα θα είχε όμως; Αφού αυτοί γιορτάζουν την ανάσταση, γιατί να μην τους ευχηθώ; Έχω έναν φίλο μουσουλμάνο και του εύχομαι καλό ραμαζάνι, όταν γιορτάζει. Γιατί να μην ευχηθώ όταν αυτοί γιορτάζουν; Αυτό που θέλω είναι να σταματήσουν οι άλλοι να εύχονται σε μένα όταν δεν γιορτάζω. Να βγουν από την βολή τους, να στρέψουν το κεφάλι τους, να δουν ότι υπάρχω.

Καλή ανάσταση, σκέφτομαι.

Θέλω δεν θέλω.

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

ΑΘΡΗΣΚΟ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ

Εδώ και αρκετό καιρό έχω ξεκινήσει να καταρτίζω ένα άθρησκο ονομαστικό εορτολόγιο, ως εναλλακτική επιλογή για όσους έχουν βαφτιστεί χριστιανικά και θέλουν μεν να γιορτάζουν την ονομαστική τους εορτή, αλλά δεν αισθάνονται ότι τους εκφράζει η ταύτιση με έναν χριστιανό άγιο. Είναι επίσης καλή λύση για όσους νιώθουν αμήχανα όταν τους εύχονται στην υποτιθέμενη ονομαστική τους εορτή, την οποία οι ίδιοι δεν γιορτάζουν πλέον, αλλά δεν θέλουν να απογοητεύσουν και να στενοχωρήσουν όσους από κεκτημένη ταχύτητα και συνήθεια τους εύχονται με χαρά "χρόνια πολλά" τηρώντας τα χριστιανικά έθιμα. Τώρα πλέον μπορούν να δίνουν στους οικείους τους μια εναλλακτική λύση για ευχές!

Για παράδειγμα αν σας λένε Μαρία και σας ευχηθούν στις 15 Αυγούστου, απαντάτε "Ευχαριστώ αλλά δεν γιορτάζω σήμερα, γιορτάζω στις 7 Νοεμβρίου." και όταν τους ρωτούν "Μα τι γιορτή είναι τότε;" εξηγείτε "Είναι τα γενέθλια της Μαρίας Κιουρί." Οι Ελένες μπορούν, αν θέλουν, να αντικαταστήσουν την βασιλομήτορα του πολέμαρχου Κωνσταντίνου με την Έλεν Κέλερ (27 Ιουνίου), οι Γιώργηδες τον δρακοκτόνο καβαλάρη με τον Γιώργο Σεφέρη (13 Μαρτίου), οι Γιάννηδες τον αποκεφαλισθέντα ασκητή με τον Γιάννη Ρίτσο (1 Μαΐου) και ούτω καθ' εξής. Εννοείται ότι μπορείτε να προσθέσετε κι άλλους "αγίους" και να επιλέξετε αυτόν ή αυτήν που σας εκφράζει περισσότερο. Οι "άγιοι" του δικού μου εορτολογίου επιλέγονται με κριτήριο την πολιτιστική προσφορά τους προς την ανθρωπότητα. Είναι καλλιτέχνες, επιστήμονες, ανθρωπιστές. Γιορτάζουμε την ημέρα που γεννήθηκαν και όχι την ημέρα που πέθαναν (πάντα με ανατρίχιαζε η σκέψη ότι γιορτάζω το όνομά μου την ημέρα που κάποια κακομοίρα πέθανε με μαρτυρικό θάνατο επειδή δεν θέλησε να απαρνηθεί την πίστη της σε μια μυθολογική οντότητα). Επιλέγω εν γένει ανθρώπους που δεν ζουν πια, ώστε αφ' ενός να είναι ήδη γνωστός όλος ο βίος και το έργο τους, αφ' ετέρου να μην προκύπτουν προβλήματα, λόγου χάρη κάποιος να μην θέλει να είναι στο εορτολόγιο ή να μην μπορεί να γιορτάσει ο ίδιος, αφού γιορτή και γενέθλια θα είναι την ίδια μέρα! Στόχος μου είναι να καταρτισθεί ένα εορτολόγιο όσο το δυνατόν πληρέστερο, το οποίο θα εμπλουτίζεται συνέχεια.

Φαντάζομαι έναν ιστότοπο διαδραστικό, όπου οι επισκέπτες θα μπορούν όχι μόνο να βλέπουν τον κατάλογο με τα ονόματα και αλφαβητικά σε διάφορες γλώσσες και κατά ημερομηνία, αλλά επίσης θα μπορούν να προσθέτουν ονόματα της επιλογής τους. Θα υπάρχει δυνατότητα ψήφου, ώστε τα πιο δημοφιλή ονόματα να εμφανίζονται πρώτα στον κατάλογο, σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι του ενός "άγιοι" για κάθε όνομα, πράγμα που σίγουρα θα συμβεί και που είναι καλό να συμβεί, ώστε να έχουμε πολλές επιλογές. Καλό θα ήταν ενδεχομένως να μπουν και κάποιοι κανόνες για τις προτάσεις των ονομάτων (για παράδειγμα, να μην γίνονται δεκτά ονόματα ανθρώπων που έβλαψαν άλλους ανθρώπους) και να υπάρχει έλεγχος από διαχειριστές του ιστοτόπου, ώστε να τηρούνται οι κανόνες (κάθε νέο όνομα που προτείνεται από επισκέπτη να πρέπει να εγκριθεί πριν αναρτηθεί).

Έχω βάλει ένα πρόγραμμα: κάθε πρωί κοιτάζω τον κατάλογο με γενέθλια διασήμων στο HistoryOrb, επιλέγω αυτούς που θα μου φανούν καταλληλότεροι με βάσει τις δικές μου εγκυκλοπαιδικές γνώσεις και την δική μου αυθαίρετη κρίση, τους προσθέτω στο εορτολόγιο και κάνω μια σχετική ανάρτηση στο facebook, στην ομάδα Έλληνες άθεοι και αγνωστικιστές. Έχω αποδελτιώσει τον κατάλογο με τους 100 μεγάλους Έλληνες από την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά κι έχω προσθέσει όλους όσους σκέφτηκα μόνη μου ή μου πρότειναν άλλοι. Σκοπεύω να πιάσω, κάποια στιγμή που θα έχω χρόνο, καταλόγους των μεγάλων Ελλήνων συγγραφέων, μουσικών, επιστημόνων κ.τ.ό. Αν έχετε να μου προτείνετε πηγές θα σας χρωστώ ευγνωμοσύνη. Αν κάποιος θελήσει να βοηθήσει, αναλαμβάνοντας να αποδελτιώσει κάποιον κατάλογο, θα του είμαι διπλά ευγνώμων.

Το έργο είναι μεγάλο και μόνη μου θα αργήσω πολύ όχι να το ολοκληρώσω - διότι είναι δυναμικό και δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ αλλά θα εξελίσσεται διαρκώς - αλλά έστω να το φέρω σε ένα σημείο που να είναι πρακτικά χρήσιμο. Για το λόγο αυτό χρειάζομαι βοήθεια. Το πιο απλό που μπορείτε να κάνετε είναι να μου στέλνετε προτάσεις με ονόματα ή να τις αναρτάτε στο σχετικό νήμα συζήτησης στο φόρουμ Αθεΐα.

Το πιο βασικό όμως είναι να βρεθεί κάποιος που θα στήσει τον ιστότοπο, διότι εγώ δεν έχω τις γνώσεις, ακόμη κι αν είχα τον χρόνο. Όποιος ενδιαφέρεται ας επικοινωνήσει μαζί μου.

Χρόνια πολλά σε όλους μας!

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

25η Μαρτίου 2015

Σήμερα το πρωί διέθεσα μία ώρα από τη ζωή μου για να παρευρεθώ στην γιορτή της 25ης Μαρτίου στο σχολείο της κόρης μου. Πνίγομαι στη δουλειά και μετά μεγάλης δυσκολίας κατάφερα να ξεκλέψω αυτόν τον χρόνο, για χάρη του παιδιού μου. Από τη μία ώρα αυτή, το ένα τέταρτο ήταν καθυστέρηση της έναρξης, τα είκοσι λεπτά ήταν ο λόγος του διευθυντή που μας είπε ότι θα μιλήσει "πέντε λεπτά" και τα υπόλοιπα ήταν η καθαυτό γιορτή.

Ο διευθυντής ξεκίνησε με ένα ρητό του Πολύβιου σύμφωνα με το οποίο η ιστορία είναι άχρηστη αν δεν είναι αληθής και αν δεν διδασκόμαστε απο αυτήν, και επειδή θεωρούσε ότι δεν την είχαμε διδαχθεί, αποφάσισε να καλύψει το κενό. Όλα όσα είπε ήταν χιλιοειπωμένα, τα γνωστά που έχουμε όλοι μας βαρεθεί να ακούμε από την πρώτη δημοτικού και που ξανακούμε όταν τα παιδιά μας πάνε σχολείο. Η γιορτή ήταν το γνωστό ποτ-πουρί από δημοτικά και έντεχνα τραγούδια και ποιήματα: σημαίνει ο Θιος σημαίνει η γη, άκρα του τάφου σιωπή, καλύτερα μιας ώρας, εμείς οι μαύροι κλέφτες - τα θυμάστε φαντάζομαι. Το γνωστό σενάριο κακοί Τούρκοι - καλοί Έλληνες, μαύρο-άσπρο, σκληροί ανάλγητοι βάρβαροι άγριοι αφέντες, γενναίοι περήφανοι αδάμαστοι σκλάβοι ραγιάδες, χιλιομασημένα κλισέ τύπου "η λευτεριά δεν χαρίζεται, κερδίζεται" (κανείς δεν μας λέει ότι αγοράζεται, αυτό πρέπει να το καταλάβουμε μόνοι μας, αν το καταλάβουμε και ποτέ), οι γνωστές καραγκούνες, τσολιάδες και ο Παπαφλέσσας, το γνωστό πάντρεμα Ελλάδα-Ορθοδοξία που μετά τραβιόμαστε όλη μας τη ζωή για να ξεμπλέξουμε και που οι περισσότεροι δεν ξεμπλέκουμε ποτέ, θες γιατί δεν το αντέχουμε, θες γιατί βαριόμαστε, θες γιατί σκοτιστήκαμε κιόλας.

Άκουγα το παιδί μου να απαγγέλει όλες αυτές τις εκτός εποχής και εκτός πραγματικότητας ατάκες, και να σου η Παναγιά και ο Γαβριήλ και η θαυμαστή είδηση, να σου οι καμπάνες και το μέγα μοναστήρι, να σου ο μεγάλος Θεός που έδωσε την νίκη στον μικρό λαό, και μου ερχόταν να κοπανήσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Τι χώρα θεέ μου (sic), τι κόμπλεξ, τι κόλλημα με αυτό το τελετουργικό - διότι περί τελετουργικού πρόκειται: και στολές έχει, και τυπικό, και λόγια απαράλλακτα από χρονιά σε χρονιά και από γενιά σε γενικά, και υποχρεωτικό είναι για όλους, αφού τελείται στα σχολεία βάσει νόμου (οι εθνικές γιορτές είναι υποχρεωτικές, αν δεν το ξέρατε) και δεν έχει δυνατότητα απαλλαγής - δεν θεωρείται θέμα συνείδησης αυτό όπως το μάθημα των θρησκευτικών, και πάλι καλά που θεωρείται εκείνο τουλάχιστον.

Το υφιστάμεθα λοιπόν όλοι από παιδιά ως πλύση εγκεφάλου και μετά το ρίχνουμε στο αστείο, έλα μωρέ τα ίδια πάλι, ε ναι τι να κάνουμε έτσι είναι, δεν έγινε και τίποτε, αλλά για τόλμα να μην πας, να πεις στο παιδί σου να μην πάει, πώς θα γίνει; Δεν είναι μια μέρα μόνο, είναι όλες οι μέρες της πρόβας, της προετοιμασίας, είναι η παρέα των συμμαθητών, είναι η ένταξη στην μικροκοινωνία του σχολείου και την ευρύτερη κατά πλειοψηφία ελληνορθόδοξη κοινωνία αργότερα.

Και αναρωτιέμαι γιατί στην ευχή δεν βρίσκεται κανένας ικανός να κάνει μια αλλιώτικη γιορτή, να μιλήσει κάπως αλλιώς για την ελευθερία και την αυτονομία, για τα ανθρώπινα δικαιώματα, για το σύνταγμα και τους νόμους, για τις σχέσεις λαών και εξουσίας. Ίσως να μην είναι θέμα ικανότητας αλλά όρεξης, ίσως να είναι και τα δύο, ίσως να είναι τόσο ριζωμένο το συγκεκριμένο τελετουργικό στο εθνικό μας ασυνείδητο που δεν αντέχουμε να το κάνουμε στην άκρη και να πάμε παρακάτω (ή παραπάνω).



Και χάνω τώρα άλλη μισή ώρα γράφοντας αυτά, πρόχειρα και στο πόδι και με πολλά κενά και θα το μετανιώσω σίγουρα, αλλά αν δεν τα έγραφα θα έσκαγα.

Άντε χρόνια μας πολλά!

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

ΜΙΚΡΟ ΝΕΚΡΟΣΥΛΟ



Τηλεφώνημα για μπλαμπλά, 8 Γενάρη 2015

...
- Έλα μαρή τι κάνεις; Τηγανίζεις σαρδέλες;
- Έβγαλε λιακάδα και απλώνω μπουγάδα.
- Δεν ετοιμάζεις την καραβάνα του στρατιώτη;
- Έφυγε χτες, γυρνά μεθαύριο. Έχω μια ντάνα κατσαρολικά στο νεροχύτη.
- Ωραία! Οπότε να μιλήσουμε για πολιτική.
- Μόνο μη με ρωτήσεις τι θα ψηφίσω. Γιατί αν τολμήσεις, θα σε ρωτήσω κι εγώ.
- Ναι ρε γαμώτο. Εκεί που λες, πιο δύσκολο δεν γίνεται....
- Πώς τα καταφέρνουν κάθε φορά;
- Ποτέ δεν ήμουν πιο κοντά στο ψευτοδίλημμα "να ψηφίσω αυτόν για να μη βγει ο άλλος".
- Και μάλιστα ισχύει και προς τις δύο κατευθύνσεις.
- Χέστο, άλλο θέμα.
- Όπως;
- Διεθνείς ειδήσεις;
- Θες να σχολιάσουμε τη φρίκη;
- Και τι να πούμε, τα προφανή;
- Ξέρεις τι με φρικάρει πιο πολύ; Αυτό που βγαίνει ο καθένας με της ψωλής του το χαβά.
- Ναι ξέρω, η καπήλευση. Κι εμείς αυτό κάνουμε βέβαια, καπηλευόμαστε. Σάματις τους ξέραμε τους ανθρώπους;
- Δε θρηνούμε μόνο τους ανθρώπους, θρηνούμε την ελεύθερη έκφραση, λέει, και τέτοια. Λιμπερτέ, εγκαλιτέ και δε συμμαζεύεται.
- Ξέρεις; Όταν άκουσα πυροβολισμοί, δώδεκα νεκροί σκιτσογράφοι, φανατικοί θρησκόληπτοι, εξάνεστην βεβαίως, η ελεύθερη έκφραση, πολιτισμός και τέτοια... Αλλά ήταν όλο πάνω απ' το λαιμό. Μετά διαβάζω, σκότωσαν τον Βολενσκί. Κι αρχίζω να φωνάζω, όχι ρε πούστη μου, καθίκια, κόπανοι, ξεφτίλες, ανεγκέφαλοι...
- Μου λέει κάτι το όνομα;
- Μπορεί εσύ στο μυαλό σου να τον λες Βολίνσκι. Βαβέλ δε διάβαζες εσύ; Παραπέντε;
- Παραπέντε, βέβαια.
- Ε τότε τον ξέρεις. Απλά δεν ξέρεις ότι τον ξέρεις.
- Αυτό, αυτό το έχω μονίμως με τους κομιξάδες.
- Ένας που έκανε ασπρόμαυρα, κοφτερά, σαρκαστικά. Τσάκιζε κόκαλα, δεν άφηνε τίποτα όρθιο. Ετών ογδόντα πλέον. Κάπως ψευτοπαρηγοριέσαι. Λες, έπεσεν ηρωικώς εις το καθήκον. Πλήρης ημερών και έργων, τέλος πάντων αρκετά πλήρης. Ποιος ξέρει, αν δεν τον καθάριζαν έτσι, μαύρα στερνά θα είχε με τη σύνταξη της ένωσης σκιτσογράφων, λέμε τώρα.
- Ογδόντα χρονών άνθρωπος, ναι, το σκέφτηκα όταν το άκουσα. Οι άλλοι όμως; Σαράντα, πενήντα χρονών...
- Το άλλο που με ψευτοπαρηγορεί είναι ότι και οι ίδιοι θα διασκέδαζαν με την καπήλευση του θανάτου τους. Τέτοιοι άνθρωποι ήταν.
- Ιερόσυλοι.
- Έχω κάτι παλιά τεύχη σε κούτες στην αποθήκη. Παραπέντε, Βαβέλ, κάνα δυο από την Επόμενη μέρα. Όχι πως τον ήξερα, και πάλι. Σάμπως είχαμε και καλημέρα; Αλλά να, σα να μου πήραν ένα κομμάτι της ζωής μου.

...
- Δε λέμε για τις εκλογές καλύτερα;

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΜΠΛΟΓΚ ΑΡΓΕΙ

Αργεί όπως λέμε "κυριακάς και εορτάς αργεί" αλλά και όπως λέμε "αυτό το λεωφορείο βρε παιδάκι μου πολύ αργεί". 

Είπα να μην το κάνω σαν μερικούς άλλους - ονόματα δεν λέμε, υπολήψεις δεν θίγουμε - που δηλώνουν πομπωδώς ότι "δεν θα ξαναγράψουν" στο μπλογκ τους και μετά μας κατακλύζουν με σελίδες επί σελίδων. Αυτούς ας τους κρίνει ο υπέρτατος κριτής - δηλαδή εσύ, φίλε αναγνώστη.

Από την άλλη όμως, το να αφήσεις και τους αναγνώστες επί ξύλου κρεμάμενους - έστω, αυτούς τους δύο τρεις τακτικούς, όσο λιγότεροι τόσο σημαντικότερο να τους προσέχουμε για να έχουμε - δεν είναι ευγενικό. Για τούτο σας ενημερώνω ότι μάλλον θα αργήσω να ξαναγράψω. 

Πόσο θα αργήσω; Δεν ξέρω. Το μπλόγκιν είναι εθισμός, όπως ξέρετε όλοι όσοι μπλογκάρετε. Στην αρχή διστάζεις αλλά γουστάρεις, μετά πορώνεσαι, μετά κάποια στιγμή μπουχτίζεις, το παρατάς, το ξαναπιάνεις, σκέφτεσαι τους αναγνώστες σου που θα σε στερηθούν, σκέφτεσαι ότι είσαι και πολύ ψωνάρα αν νομίζεις ότι έχεις τόσους αναγνώστες που σκοτίζονται αν γράφεις ή όχι σε ένα διαδίκτυο γεμάτο με εκατομμύρια μπλογκ, σκέφτεσαι ότι έχεις κάτι σημαντικό να πεις, σκέφτεσαι πως ό,τι σημαντικό είχες να πεις το είπες, σκέφτεσαι ότι βάζεις κι εσύ τον κόκκο άμμου σου (είδατε σεμνότητα; ούτε καν λιθαράκι δεν είπα) στη διαμόρφωση του συλλογικού σώματος ιδεών της ανθρωπότητας, σκέφτεσαι ότι ώσπου να φτιάξεις παραλία με κόκκους άμμου θα ξαναβγεί το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, και κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι απλώς τελείωσες με αυτό και θες να πας παρακάτω.

Αλλά για να μην κάνω μεγαλόσχημες δηλώσεις - μεγάλη βούκα φάε, μεγάλη κουβέντα μη λες - και για να κρατάω ανοιχτό και ένα παραθυράκι από το οποίο θα μπορέσω αν θέλω να ξαναμπώ και να ποστάρω χωρίς να δίνω το δικαίωμα να σκεφτεί κανείς "εσύ δεν ήσουν που δεν θα ξανάγραφες;" δεν λέω ότι δεν θα ξαναγράψω (θου κύριε! μου αρέσει πολύ να γράφω, και να ήθελα να σταματήσω δεν θα μπορούσα) αλλά ότι θα αργήσω.

Θα αργήσω πολύ.
Ίσως πάρα πολύ.

Μην περιμένετε όρθιοι.
Κάντε καμιά βόλτα εδώ γύρω, όλο και κάπου θα με πετύχετε.