Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

25η Μαρτίου 2015

Σήμερα το πρωί διέθεσα μία ώρα από τη ζωή μου για να παρευρεθώ στην γιορτή της 25ης Μαρτίου στο σχολείο της κόρης μου. Πνίγομαι στη δουλειά και μετά μεγάλης δυσκολίας κατάφερα να ξεκλέψω αυτόν τον χρόνο, για χάρη του παιδιού μου. Από τη μία ώρα αυτή, το ένα τέταρτο ήταν καθυστέρηση της έναρξης, τα είκοσι λεπτά ήταν ο λόγος του διευθυντή που μας είπε ότι θα μιλήσει "πέντε λεπτά" και τα υπόλοιπα ήταν η καθαυτό γιορτή.

Ο διευθυντής ξεκίνησε με ένα ρητό του Πολύβιου σύμφωνα με το οποίο η ιστορία είναι άχρηστη αν δεν είναι αληθής και αν δεν διδασκόμαστε απο αυτήν, και επειδή θεωρούσε ότι δεν την είχαμε διδαχθεί, αποφάσισε να καλύψει το κενό. Όλα όσα είπε ήταν χιλιοειπωμένα, τα γνωστά που έχουμε όλοι μας βαρεθεί να ακούμε από την πρώτη δημοτικού και που ξανακούμε όταν τα παιδιά μας πάνε σχολείο. Η γιορτή ήταν το γνωστό ποτ-πουρί από δημοτικά και έντεχνα τραγούδια και ποιήματα: σημαίνει ο Θιος σημαίνει η γη, άκρα του τάφου σιωπή, καλύτερα μιας ώρας, εμείς οι μαύροι κλέφτες - τα θυμάστε φαντάζομαι. Το γνωστό σενάριο κακοί Τούρκοι - καλοί Έλληνες, μαύρο-άσπρο, σκληροί ανάλγητοι βάρβαροι άγριοι αφέντες, γενναίοι περήφανοι αδάμαστοι σκλάβοι ραγιάδες, χιλιομασημένα κλισέ τύπου "η λευτεριά δεν χαρίζεται, κερδίζεται" (κανείς δεν μας λέει ότι αγοράζεται, αυτό πρέπει να το καταλάβουμε μόνοι μας, αν το καταλάβουμε και ποτέ), οι γνωστές καραγκούνες, τσολιάδες και ο Παπαφλέσσας, το γνωστό πάντρεμα Ελλάδα-Ορθοδοξία που μετά τραβιόμαστε όλη μας τη ζωή για να ξεμπλέξουμε και που οι περισσότεροι δεν ξεμπλέκουμε ποτέ, θες γιατί δεν το αντέχουμε, θες γιατί βαριόμαστε, θες γιατί σκοτιστήκαμε κιόλας.

Άκουγα το παιδί μου να απαγγέλει όλες αυτές τις εκτός εποχής και εκτός πραγματικότητας ατάκες, και να σου η Παναγιά και ο Γαβριήλ και η θαυμαστή είδηση, να σου οι καμπάνες και το μέγα μοναστήρι, να σου ο μεγάλος Θεός που έδωσε την νίκη στον μικρό λαό, και μου ερχόταν να κοπανήσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Τι χώρα θεέ μου (sic), τι κόμπλεξ, τι κόλλημα με αυτό το τελετουργικό - διότι περί τελετουργικού πρόκειται: και στολές έχει, και τυπικό, και λόγια απαράλλακτα από χρονιά σε χρονιά και από γενιά σε γενικά, και υποχρεωτικό είναι για όλους, αφού τελείται στα σχολεία βάσει νόμου (οι εθνικές γιορτές είναι υποχρεωτικές, αν δεν το ξέρατε) και δεν έχει δυνατότητα απαλλαγής - δεν θεωρείται θέμα συνείδησης αυτό όπως το μάθημα των θρησκευτικών, και πάλι καλά που θεωρείται εκείνο τουλάχιστον.

Το υφιστάμεθα λοιπόν όλοι από παιδιά ως πλύση εγκεφάλου και μετά το ρίχνουμε στο αστείο, έλα μωρέ τα ίδια πάλι, ε ναι τι να κάνουμε έτσι είναι, δεν έγινε και τίποτε, αλλά για τόλμα να μην πας, να πεις στο παιδί σου να μην πάει, πώς θα γίνει; Δεν είναι μια μέρα μόνο, είναι όλες οι μέρες της πρόβας, της προετοιμασίας, είναι η παρέα των συμμαθητών, είναι η ένταξη στην μικροκοινωνία του σχολείου και την ευρύτερη κατά πλειοψηφία ελληνορθόδοξη κοινωνία αργότερα.

Και αναρωτιέμαι γιατί στην ευχή δεν βρίσκεται κανένας ικανός να κάνει μια αλλιώτικη γιορτή, να μιλήσει κάπως αλλιώς για την ελευθερία και την αυτονομία, για τα ανθρώπινα δικαιώματα, για το σύνταγμα και τους νόμους, για τις σχέσεις λαών και εξουσίας. Ίσως να μην είναι θέμα ικανότητας αλλά όρεξης, ίσως να είναι και τα δύο, ίσως να είναι τόσο ριζωμένο το συγκεκριμένο τελετουργικό στο εθνικό μας ασυνείδητο που δεν αντέχουμε να το κάνουμε στην άκρη και να πάμε παρακάτω (ή παραπάνω).



Και χάνω τώρα άλλη μισή ώρα γράφοντας αυτά, πρόχειρα και στο πόδι και με πολλά κενά και θα το μετανιώσω σίγουρα, αλλά αν δεν τα έγραφα θα έσκαγα.

Άντε χρόνια μας πολλά!

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

ΜΙΚΡΟ ΝΕΚΡΟΣΥΛΟ



Τηλεφώνημα για μπλαμπλά, 8 Γενάρη 2015

...
- Έλα μαρή τι κάνεις; Τηγανίζεις σαρδέλες;
- Έβγαλε λιακάδα και απλώνω μπουγάδα.
- Δεν ετοιμάζεις την καραβάνα του στρατιώτη;
- Έφυγε χτες, γυρνά μεθαύριο. Έχω μια ντάνα κατσαρολικά στο νεροχύτη.
- Ωραία! Οπότε να μιλήσουμε για πολιτική.
- Μόνο μη με ρωτήσεις τι θα ψηφίσω. Γιατί αν τολμήσεις, θα σε ρωτήσω κι εγώ.
- Ναι ρε γαμώτο. Εκεί που λες, πιο δύσκολο δεν γίνεται....
- Πώς τα καταφέρνουν κάθε φορά;
- Ποτέ δεν ήμουν πιο κοντά στο ψευτοδίλημμα "να ψηφίσω αυτόν για να μη βγει ο άλλος".
- Και μάλιστα ισχύει και προς τις δύο κατευθύνσεις.
- Χέστο, άλλο θέμα.
- Όπως;
- Διεθνείς ειδήσεις;
- Θες να σχολιάσουμε τη φρίκη;
- Και τι να πούμε, τα προφανή;
- Ξέρεις τι με φρικάρει πιο πολύ; Αυτό που βγαίνει ο καθένας με της ψωλής του το χαβά.
- Ναι ξέρω, η καπήλευση. Κι εμείς αυτό κάνουμε βέβαια, καπηλευόμαστε. Σάματις τους ξέραμε τους ανθρώπους;
- Δε θρηνούμε μόνο τους ανθρώπους, θρηνούμε την ελεύθερη έκφραση, λέει, και τέτοια. Λιμπερτέ, εγκαλιτέ και δε συμμαζεύεται.
- Ξέρεις; Όταν άκουσα πυροβολισμοί, δώδεκα νεκροί σκιτσογράφοι, φανατικοί θρησκόληπτοι, εξάνεστην βεβαίως, η ελεύθερη έκφραση, πολιτισμός και τέτοια... Αλλά ήταν όλο πάνω απ' το λαιμό. Μετά διαβάζω, σκότωσαν τον Βολενσκί. Κι αρχίζω να φωνάζω, όχι ρε πούστη μου, καθίκια, κόπανοι, ξεφτίλες, ανεγκέφαλοι...
- Μου λέει κάτι το όνομα;
- Μπορεί εσύ στο μυαλό σου να τον λες Βολίνσκι. Βαβέλ δε διάβαζες εσύ; Παραπέντε;
- Παραπέντε, βέβαια.
- Ε τότε τον ξέρεις. Απλά δεν ξέρεις ότι τον ξέρεις.
- Αυτό, αυτό το έχω μονίμως με τους κομιξάδες.
- Ένας που έκανε ασπρόμαυρα, κοφτερά, σαρκαστικά. Τσάκιζε κόκαλα, δεν άφηνε τίποτα όρθιο. Ετών ογδόντα πλέον. Κάπως ψευτοπαρηγοριέσαι. Λες, έπεσεν ηρωικώς εις το καθήκον. Πλήρης ημερών και έργων, τέλος πάντων αρκετά πλήρης. Ποιος ξέρει, αν δεν τον καθάριζαν έτσι, μαύρα στερνά θα είχε με τη σύνταξη της ένωσης σκιτσογράφων, λέμε τώρα.
- Ογδόντα χρονών άνθρωπος, ναι, το σκέφτηκα όταν το άκουσα. Οι άλλοι όμως; Σαράντα, πενήντα χρονών...
- Το άλλο που με ψευτοπαρηγορεί είναι ότι και οι ίδιοι θα διασκέδαζαν με την καπήλευση του θανάτου τους. Τέτοιοι άνθρωποι ήταν.
- Ιερόσυλοι.
- Έχω κάτι παλιά τεύχη σε κούτες στην αποθήκη. Παραπέντε, Βαβέλ, κάνα δυο από την Επόμενη μέρα. Όχι πως τον ήξερα, και πάλι. Σάμπως είχαμε και καλημέρα; Αλλά να, σα να μου πήραν ένα κομμάτι της ζωής μου.

...
- Δε λέμε για τις εκλογές καλύτερα;

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΜΠΛΟΓΚ ΑΡΓΕΙ

Αργεί όπως λέμε "κυριακάς και εορτάς αργεί" αλλά και όπως λέμε "αυτό το λεωφορείο βρε παιδάκι μου πολύ αργεί". 

Είπα να μην το κάνω σαν μερικούς άλλους - ονόματα δεν λέμε, υπολήψεις δεν θίγουμε - που δηλώνουν πομπωδώς ότι "δεν θα ξαναγράψουν" στο μπλογκ τους και μετά μας κατακλύζουν με σελίδες επί σελίδων. Αυτούς ας τους κρίνει ο υπέρτατος κριτής - δηλαδή εσύ, φίλε αναγνώστη.

Από την άλλη όμως, το να αφήσεις και τους αναγνώστες επί ξύλου κρεμάμενους - έστω, αυτούς τους δύο τρεις τακτικούς, όσο λιγότεροι τόσο σημαντικότερο να τους προσέχουμε για να έχουμε - δεν είναι ευγενικό. Για τούτο σας ενημερώνω ότι μάλλον θα αργήσω να ξαναγράψω. 

Πόσο θα αργήσω; Δεν ξέρω. Το μπλόγκιν είναι εθισμός, όπως ξέρετε όλοι όσοι μπλογκάρετε. Στην αρχή διστάζεις αλλά γουστάρεις, μετά πορώνεσαι, μετά κάποια στιγμή μπουχτίζεις, το παρατάς, το ξαναπιάνεις, σκέφτεσαι τους αναγνώστες σου που θα σε στερηθούν, σκέφτεσαι ότι είσαι και πολύ ψωνάρα αν νομίζεις ότι έχεις τόσους αναγνώστες που σκοτίζονται αν γράφεις ή όχι σε ένα διαδίκτυο γεμάτο με εκατομμύρια μπλογκ, σκέφτεσαι ότι έχεις κάτι σημαντικό να πεις, σκέφτεσαι πως ό,τι σημαντικό είχες να πεις το είπες, σκέφτεσαι ότι βάζεις κι εσύ τον κόκκο άμμου σου (είδατε σεμνότητα; ούτε καν λιθαράκι δεν είπα) στη διαμόρφωση του συλλογικού σώματος ιδεών της ανθρωπότητας, σκέφτεσαι ότι ώσπου να φτιάξεις παραλία με κόκκους άμμου θα ξαναβγεί το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, και κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι απλώς τελείωσες με αυτό και θες να πας παρακάτω.

Αλλά για να μην κάνω μεγαλόσχημες δηλώσεις - μεγάλη βούκα φάε, μεγάλη κουβέντα μη λες - και για να κρατάω ανοιχτό και ένα παραθυράκι από το οποίο θα μπορέσω αν θέλω να ξαναμπώ και να ποστάρω χωρίς να δίνω το δικαίωμα να σκεφτεί κανείς "εσύ δεν ήσουν που δεν θα ξανάγραφες;" δεν λέω ότι δεν θα ξαναγράψω (θου κύριε! μου αρέσει πολύ να γράφω, και να ήθελα να σταματήσω δεν θα μπορούσα) αλλά ότι θα αργήσω.

Θα αργήσω πολύ.
Ίσως πάρα πολύ.

Μην περιμένετε όρθιοι.
Κάντε καμιά βόλτα εδώ γύρω, όλο και κάπου θα με πετύχετε.

Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Ο δικός μας θεός


Αφιερωμένο στο φίλο μου τον Ηλία που περνά δύσκολες ώρες μαζί με τη θετή πατρίδα του.
 Δεν μπορεί, θρήσκοι και άθρησκοι, κάπου θα συναντηθούμε.


1. Απόσπασμα από το αφήγημα Οι βρυκόλακες και δύο άλλες σημειώσεις: Σημείωση πρώτη του Βασίλη Βασιλικού, από το βιβλίο Οι ιμάντες, Νέα Σύνορα - Λιβάνης, Σεπτέμβρης 1978

Κι ακόμα η Χριστιανική θρησκεία αυτό πήρε να εκμεταλλευτεί. Εδώ πάνω στηρίχτηκε για νάβρει απήχηση. "Υπάρχει ζωή και μετά το θάνατο" δογμάτισε και τούτο σημαίνει: "Θα συνεχίσεις μυξερό σκουλίκι και πέρα απ' τον τάφο να έχεις συνείδηση της προσωπικότητάς σου, να είσαι κάτι το ξεχωριστό." Πανηγύρισε ο Εγωισμός μας τότε: "Ώστε δε θα χαθώ", αναφώνησε, "δεν θα γυρίσω στην Ανυπαρξία. Θα είμαι πάλι κάτι το ιδιαίτερο. Κάτι το ανόμοιο." Και με κατάνυξη: "Πιστεύω σε Σένα που υπόσχεσαι τη διατήρηση του Εγώ μου", είπε.

Κι εμείς οι άνθρωποι, μικρά μυξερά σκουλίκια, τόσο πολύ λογαριάζουμε το Εγώ μας, τρέχουμε τυφλά και ζαβλακωμένα πίσω από την υπόσχεση του επουράνιου καρότου.

Ως εκεί φτάνουμε μόνο;

Εγώ θέλω να ελπίζω ότι μπορούμε να φτάσουμε και παραπέρα.

Όλοι μας.

2. Απόσπασμα από το αφήγημα Πασχαλινό τρίπτυχο του Βασίλη Βασιλικού, από το βιβλίο Οι ιμάντες, Νέα Σύνορα - Λιβάνης, Σεπτέμβρης 1978

"Τι θέλεις να λατρεύεις θεούς που σου τους μπόλιασαν οι άλλοι με το ζόρι; Από άβγαλτο ακόμα, σε νανούριζαν με τον καλό Χριστούλη και την Παναγίτσα. Τώρα που μεγάλωσες κ' έχεις ένα δικό σου κριτήριο κοίτα το ξένο μπόλιασμα να δεις πως δεν ανήκει σε σένα. Δεν βγαίνει από δικό σου βίωμα. Γι' αυτό και δεν σε συγκινεί, δεν σε δυναμώνει, δεν το νιώθεις, δεν σε νιώθει. Οι θεοί πρέπει νάρχονται πλάι μας. Να ταυτίζονται με την υπόστασή μας. Να μας βοηθούν όταν πονάμε κι όχι να υπόσχονται Μέλλουσα Κρίση.

Κι αν λάχει ποτέ και κοιτάξεις κατάματα τον Θεό, τότε θ' αντικρύσεις μιαν άγνωστη δύναμη για σένα.

Τι θέλεις να πιστεύεις σε θεούς επίπλαστους από ανθρώπους χωρίς πίστη στον εαυτό τους;

Γιατί δεν λατρεύεις σαν θεό σου την Ασημίνα; Μόλις η σκιά της αχνή κι αβέβαιη ισκιώνει το νου σου τότε η Δύναμη του κόσμου ολόκληρου έρχεται και λουφάζει στο στήθος σου. Θέλεις να διαβάσεις τα ωραιότερα βιβλία. Να γράψεις τα πιο λεπτόχορδα ποιήματα. Μόνο με τη Σκιά της. Τέτοια δύναμη σου δίνει. Τόσα μεγάλα φτερά. Τι σε κρατά, τι σ' εμποδίζει να προσεύχεσαι σ' Αυτήν; Να! Το μεσημέρι σ' έσωσε, από μια βλακεία. Σε προστάτεψε. Γιατί, πες μου λοιπόν γιατί, ζητάς να λατρεύεις θεούς υπερφυσικούς, διογκωμένους, που ποτέ δεν μας συγκινούν, δεν μας πλησιάζουν;

Οι θεοί πρέπει να βγαίνουν απ' το χώμα. Οι θεοί πρέπει νάναι δικές μας προεκτάσεις. Εμείς να τους πλάθουμε και να τους γκρεμίζουμε κι όχι να μας τους μπολιάζουν άλλοι."

Κι ακόμα, θα πρόσθετα εγώ, να ξέρουμε ότι εμείς τους πλάσαμε και να το παραδεχόμαστε στον εαυτό μας και στους άλλους.

Έτσι ακόμη κι εγώ δέχομαι την οποιαδήποτε λατρεία. 
Γιατί έτσι ξέρεις τι αγοράζεις.
Σημείωση:

Τώρα εσείς που με διαβάζετε, θα νομίζετε ότι μ' αρέσει πολύ ο Βασιλικός. Η αλήθεια είναι πως μ' αρέσουν μερικά μόνο γραφτά του, αλλά μ' αρέσουν πολύ. Κι αν παραθέτω την πατρότητα των αποσπασμάτων είναι για λόγους τυπικούς, όχι για να λιβανίσω τον συγγραφέα, ας πούμε, ούτε για να δώσω αξία περισσή στο κείμενο, αλλά για να αποδώσω τα του Βασιλικού τω Βασιλικώ - εγκώμια, μομφές, αργύρια, ό,τι να 'ναι.

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

ΟΙ ΠΑΠΑΓΑΛΟΙ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ


Στα δεκαπέντε χρόνια που είμαι μέλος της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας έχω καταφέρει να αναγνωρίζω λίγα είδη πουλιών από την εμφάνιση και τη συμπεριφορά και ακόμη λιγότερα από τη φωνή τους. Οι επιδόσεις μου δεν είναι και σπουδαίες, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι έχω κι ένα πτυχίο βιολογίας και έχω απολαύσει εκπαιδευτικές εκδρομές με το πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στους περισσότερους μεγάλους υγροτόπους της Βόρειας Ελλάδας όπου διδάχτηκα επίσης να αναγνωρίζω αρκετά είδη πουλιών. Πελεκάνους και φλαμίνγκο τα ξεχωρίζει και τυφλός που λέει ο λόγος. Τους τρεις πιο κοινούς ερωδιούς με τα πολλά τους έμαθα. Τα χηνοπαπιά όμως παρέμειναν στο επίπεδο "α κοίτα μια πάπια!" και τα βουτηχτάρια, οι σκαλίδρες και τα παρόμοια στο επίπεδο "α κοίτα ένα πουλάκι". Μόνο την αλκυόνη ξεχωρίζω, από το χρώμα της που λέει και η διαφήμιση, από την διαπεραστική φωνή της και τα ξαφνικά χαμηλά πετάγματα πάνω από το νερό.

Αλλά τα πουλιά των υγροτόπων τα βλέπει κανείς στους υγρότοπους, και τέτοιους δεν έχει κοντά στο σπίτι μου. Έχει και άλλα εύκολα, πελαργοί λόγου χάρη, αλλά κι αυτοί κατοικοεδρεύουν μακριά από τη γειτονιά μου. Τα αρπακτικά για μένα χωρίζονται σε μικρά-μεσαία-μεγάλα, όπου τα μικρά συνήθως είναι βραχοκιρκίνεζα, τα μεσαία συνήθως είναι γερακίνες, και τα μεγάλα κάνας αετός στη χάση και στη φέξη, δηλαδή περίπου ποτέ. Γύπες και τέτοια είναι εύκολα αναγνωρίσιμα βέβαια, αλλά άντε να τα πετύχεις. Τα στρουθιόμορφα επίσης είναι όλα ίδια στα μάτια μου, με εξαίρεση τα σπιτοσπουργίτια, αν τα βλέπω από αρκετά κοντά. Εντάξει, υπερβάλλω, ξεχωρίζω και κάνα σκαρθάκι, ακόμη και κάνα φυλλοσκόπο, και βασιλίσκο άμα τον δω από κοντά λόγω χρωμάτων και μεγέθους. Ξεχωρίζω και τις σουσουράδες, λόγω ουράς και χρωμάτων.

Μετά είναι τα κοτσύφια και οι καρακάξες που ζουν ανάμεσά μας, τα χελιδόνια και οι σταχτάρες που γεμίζουν τον ουρανό το σούρουπο, οι αιγαιόγλαροι που όλοι βλέπουμε στις παραλίες διαρκώς και που ξεπέφτουν κατά τη γειτονιά μου όταν έχει κακοκαιρία, επειδή περνάνε από δω για να πάνε στη χωματερή να βρουν τίποτε να φάνε... ε αυτά πάνω κάτω. Άμα πάω καμιά εκδρομή στα πέριξ αλσύλλια μπορεί να πάρει το μάτι μου καμιά κίσσα, που την ξεχωρίζω από τα γαλάζια φτερά στο πλάι, και κάναν τσαλαπετεινό, με το λοφίο και τα ασπρόμαυρα φτερά στις άκρες. Κάποτε πέτυχα έναν σπίνο στην Πάρνηθα, αλλά δεν τον αναγνώρισα παρά μόνο αφού γύρισα σπίτι και κοίταξα το βιβλίο μου.

Φαντάζεστε λοιπόν τη χαρά και την ικανοποίησή μου όταν καταφέρνω να αναγνωρίσω ένα είδος πουλιού - οποιοδήποτε. Ένα παραπάνω φυσικά αν είναι ασυνήθιστο - και αυτό είναι. Ή μάλλον δεν είναι πια. Είναι πολύ συνηθισμένο σε χώρες μακρινές. Στη δική μας χώρα ζει μόνο μέσα σε κλουβιά. Ζούσε, δηλαδή, γιατί τώρα πλέον, εδώ και κάμποσα χρόνια, ζει κι ελεύθερο. Θες τα αμόλησαν τίποτε πονόψυχοι, θες τα παράτησαν τίποτε ανεύθυνοι, θες το έσκασαν μοναχά τους, θες λίγο απ' όλα - πάντως κατάφεραν να προσαρμοστούν και ζουν πλέον ελεύθερα εδώ, μάλιστα φωλιάζουν κιόλας, αναπαράγονται δηλαδή, κι έχει γεμίσει ο τόπος πλέον από δαύτα. Εγκλιματίστηκαν πλήρως, πήραν την ιθαγένεια, πολιτογραφήθηκαν - αφού τα αναφέρει πλέον και ο Οδηγός Πουλιών της Ελλάδας. 

Πρόκειται για έναν μικρόσωμο πράσινο παπαγάλο μεσαίου μεγέθους, απ' αυτά που οι άγγλοι λένε parakeet. Psittacula krameri το επιστημονικό του, ο οδηγός πουλιών το λέει Πράσινο Παπαγάλο στα ελληνικά. Πράσινος πράγματι, καταπράσινος μάλιστα, σαν φρέσκο φύλλο. Μόνο το κόκκινο ράμφος ξεχωρίζει. Τα αρσενικά έχουν και λίγο πορτοκαλί στο λαιμό, αλλά άντε να το δεις, ιδίως όταν πετάει. Αναγνωρίζεται πολύ εύκολα, πρώτον επειδή δεν έχουμε άλλους παπαγάλους στην Ελλάδα, δεύτερον από το ανοιχτοπράσινο χρώμα και τη μακριά λεπτή ουρά, κυρίως όμως από το χαρακτηριστικό του κρώξιμο. Εγώ τουλάχιστον έτσι τον παίρνω πρέφα πάντοτε: ακούω ένα οξύ λαρυγγικό κααα!, σηκώνω το κεφάλι, και να τος! 



Πριν λίγους μήνες, αρχές φθινοπώρου, έβλεπα τακτικά στη γειτονιά μου τέσσερις από δαύτους. Υπέθεσα ότι θα ήταν δύο ζευγάρια, τρέχα γύρευε όμως. Τους έβλεπα άλλοτε να πετάνε τριγύρω, άλλοτε καθισμένους σε δέντρα, άλλοτε όλους μαζί, άλλοτε τους δύο, άλλοτε έναν μονάχα. Ύστερα άρχισα να βλέπω έναν παπαγάλο, δεν ξέρω αν πάντα τον ίδιον ή άλλον κάθε φορά, σε δέντρα κοντά στις γραμμές του τραίνου, αρχικά προς Μαρούσι μεριά, κι ύστερα προς Κηφισιά. Τελευταία τον βλέπω σχεδόν πάντα όποτε πάω στο σταθμό του τραίνου στην Κηφισιά, κουρνιασμένο σε μια ψηλή λεύκα από την κάτω μεριά του σταθμού, σχεδόν αόρατο με το πράσινο χρώμα του μέσα στα φύλλα. 

Και κάθε φορά που τον ακούω και τον βλέπω, νιώθω την καρδιά μου να σκιρτάει.

Μου δίνει μεγάλη χαρά η παρουσία αυτών των παπαγάλων στην γειτονιά. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως επειδή τους αναγνωρίζω εύκολα και χαίρομαι. Ίσως επειδή είναι όμορφοι. Ίσως και για ιδεολογικούς λόγους. Μου αρέσει, βλέπετε, η ιστορία τους. Τους κουβάλησαν εδώ παρά τη θέλησή τους, αιχμάλωτους σε κλουβιά, για την αναψυχή των ανθρώπων. Ποιος ξέρει πόσοι και πόσο ταλαιπωρήθηκαν και υπέφεραν, ποιος ξέρει πόσοι πέθαναν στην πορεία αυτή. Όπως οι ιθαγενείς της Αγκόλα, το Κόνγκο, τη Σιέρρα Λεόνα, τη Σενεγάλη, έτσι κι αυτοί αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν μακριά από την πατρίδα τους, έτσι κι αυτοί κατάφεραν να ελευθερωθούν, είτε με δικές τους προσπάθειες, είτε με τη βοήθεια ανθρώπων που πίστευαν στην ελευθερία, έτσι κι αυτοί έμειναν στον τόπο που βρίσκονταν και έφτιαξαν εκεί μια νέα πατρίδα, την έκαναν κομμάτι τους και έγιναν κομμάτι της, τόσο που να μην μπορεί κανείς πια να φανταστεί τη Βραζιλία ή τις Η.Π.Α. χωρίς νέγρους και τα πάρκα της Αθήνας χωρίς πράσινους παπαγάλους.

Οι παπαγάλοι αυτοί έχουν προσαρμοστεί θαυμάσια στη Μεσογειακή ζώνη αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Ζουν ελεύθεροι πλέον εδώ και χρόνια μέχρι την Αίγυπτο και το Ισραήλ προς νότον και μέχρι την Αγγλία προς βορράν. Για ακούσιοι μετανάστες τα πήγαν μια χαρά, δεν μπορείτε να πείτε!

Είπα παραπάνω ότι δεν έχουμε άλλους παπαγάλους στην Ελλάδα - αυτό δεν είναι απολύτως αλήθεια. Εκτός από τους πράσινους φίλους και συμπολίτες μας, υπάρχουν και οι Γκριζοπρόσωποι Παπαγάλοι, Myopsitta monachus, επίσης μεσαίου μεγέθους, επίσης πράσινοι αλλά με κίτρινο ράμφος και λίγο μπλε στην άκρη της φτερούγας, που έχουν θεαθεί σε λίγα πάρκα της Αττικής και ίσως φωλιάζουν πλέον κι αυτοί εδώ. 

Οι μετανάστες πληθαίνουν, αγαπητοί μου συμπολίτες. Ζουν ανάμεσά μας. Κάποιες συνθήκες συνέβαλλαν στο να βρεθούν εδώ, συνθήκες που βρίσκονται έξω από τον έλεγχό τους και τον δικό μας. Τώρα η πατρίδα μας είναι και δική τους, τώρα είναι κι αυτοί κομμάτι της πατρίδας μας. Μπορούμε να το αρνούμαστε και να αποστρέφουμε το βλέμμα, μπορούμε να τους αγκαλιάσουμε και να τους κάνουμε κομμάτι μας. 

Τι από τα δύο λέτε να δίνει μεγαλύτερη χαρά;

Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

ΠΡΟΣΕΥΧΗΣΟΥ ΡΕ!

Κάθε πρωί πηγαίνω το παιδί μου στο σχολείο. Πολλές φορές, καθώς επιστρέφω, ακούω στο προαύλιο τη διευθύντρια να φωνάζει:
- Στοιχηθείτε! Προσοχή! Ανάπαυση... προσοχή!
Ο θόρυβος καταλαγιάζει, οι φωνές σιγούν. Και ύστερα:

- Να έρθει κάποιος να πει προσευχή!
Τις περισσότερες φορές κάποιο παιδί πηγαίνει μπροστά σχεδόν αμέσως Καμιά φορά όμως τυχαίνει να μην ανταποκριθεί κανείς. Τότε ακούω:
- Ελάτε παιδιά! Άντε! Να έρθει κάποιος μπροστά! Δεν θα περιμένουμε όλη μέρα! Να έρθει κάποιος για προσευχή! Εμπρός, όχι όλο οι ίδιοι!
Και πάντα κάποιος πηγαίνει, δεν ξέρω πόσο αυθόρμητα διότι δεν έχω οπτική επαφή και δεν μπορώ να δω αν ας πούμε κάποια δασκάλα του κάνει νόημα ή το κοιτάζει με νόημα ή του λέει κάτι με φωνή όχι αρκετά δυνατή για να ακουστεί (η διευθύντρια μιλάει με μικρόφωνο ή ντουντούκα, ακούγεται σε μεγάλη απόσταση και πολύ δυνατά), όχι πως και η πίεση του συνδυασμού γήινης και επουράνιας εξουσίας από μόνη της δεν είναι αρκετή, με τη ντροπή, τις ενοχές και το φόβο που εμπνέει.
Και απαγγέλει τα γνωστά, πατερημωνοεντοισουρανοίς ή αναστασοϊησουσαποτουτάφου, αναλόγως την εποχή, και τα άλλα παιδιά στέκονται ήσυχα ή περίπου ήσυχα, "σεβόμενα τους συμμαθητές τους που προσεύχονται", κατά το προεδρικό διάταγμα που ρυθμίζει τα σχετικά θέματα, μεταξύ άλλων και την δέουσα συμπεριφορά κατά την πρωινή προσευχή.

Κι εγώ απομακρύνομαι και αναρωτιέμαι, είναι προσευχή τώρα αυτό; Είναι επικοινωνία με το θείο, είναι έκσταση, είναι πνευματική ανάταση; Αυτή είναι η ανάπτυξη του θρησκευτικού συναισθήματος που λέει το Σύνταγμα; Όχι πως είμαι σύμφωνη και με το Σύνταγμα στο σημείο αυτό, αλλά και όσοι υποτίθεται ότι είναι, φαντάζονται ότι με αυτόν τον τρόπο πραγματοποιείται ο σκοπός; Με την επιβολή, με την παπαγαλία, με τον καταναγκασμό; Ολοφάνερα όχι. Οπότε δύο τινά συμβαίνουν: είτε οι ιθύνοντες και ρυθμίζοντες τα θέματα αυτά δεν έχουν καμία συναίσθηση του τι γίνεται και νομίζουν ότι αυτό το πράγμα είναι προσευχή, είτε ο σκοπός στην πραγματικότητα είναι άλλος: να καταλάβουν εξ απαλών ονύχων όλοι οι Έλληνες πολίτες ότι η Ελλάδα είναι χριστιανική ρε! Σ' αρέσει δε σ' αρέσει! Δε σε ρωτήσαμε τι θες! Σήκω ρε και προσευχήσου! Κι εσείς οι άλλοι, μόκο!

Υπερβάλλω, θα μου πείτε, τα παιδιά απλώς βαριούνται. Φυσικά βαριούνται - και μαθαίνουν, μέρα τη μέρα, ότι είναι αξία ζωής να κάθονται ήσυχα παρόλο που βαριούνται, και να παπαγαλίζουν ακατανόητα πράγματα παρόλο που βαριούνται. Μαθαίνουν ότι δεν έχει σημασία τι πιστεύεις ή τι νιώθεις μέσα σου αλλά τι δείχνεις προς τα έξω. Μαθαίνουν ότι αυτό που μετράει για την κοινωνία δεν είναι η ουσία αλλά η επιφάνεια. Μαθαίνουν να υπακούν σε παράλογες εντολές για να τη βγάζουν καθαρή. Μαθαίνουν να παριστάνουν ότι πιστεύουν ένα σωρό κουραφέξαλα παρόλο που βγάζει μάτι ότι είναι παραμύθια, γιατί έτσι κάνουμε όλοι και έτσι γινόμαστε αποδεκτοί κοινωνικά. Και έτσι μεθαύριο βγαίνουν και αυτά στην κοινωνία ως ώριμοι πολίτες οι οποίοι μπορεί να πιστεύουν ή να μην πιστεύουν στο χριστιανισμό, αλλά κάνουν θρησκευτικό γάμο, και βαφτίζουν τα παιδιά, και πάνε στην εκκλησία την ανάσταση, και δηλώνουν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, γιατί Ελληνισμός και Ορθοδοξία είναι αξεδιάλυτα ενωμένα.

Απομακρύνομαι από το σχολείο με την ψυχή σφιγμένη, και σκέφτομαι, τι κάνουν στα παιδιά μας; Τα βάζουν σε καλούπια, τα ντρεσάρουν, τα κάνουν φανταράκια.

Και τότε θυμάμαι τον Κυριάκο.

Ο Κυριάκος ήταν μόνιμος αξιωματικός στο στρατό. Δεν θυμάμαι βαθμό, αυτά ούτε τα ξέρω ούτε τα συγκρατώ. Ας πούμε λοχαγός, έτσι για να διευκολύνουμε την αφήγηση. Ένα πρωί λοιπόν, την ώρα της προσευχής, έστησε τους φαντάρους στη σειρά και ρώτησε:
- Ποιος θέλει να πει προσευχή;
Μούγγα.
- Ποιος θέλει να πει προσευχή;
Σιγή ιχθύος.
- Θέλει κανείς να πει προσευχή;
Καμιά απάντηση.
- Τους ζυγούς λύσατε.
Οι φαντάροι κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους.
- Είπα, τους ζυγούς λύσατε!
Δεν περίμεναν να το ξαναπεί. Έγιναν καπνός.

Λίγο αργότερα, ο ανώτερός του αξωματικός - ας τον πούμε διοικητή έτσι γενικώς και αν θέλει κανείς ας με διορθώσει - έστειλε να τον φωνάξουν.
- Τι ήταν αυτό που έκανες το πρωί; Γιατί δεν έκανες προσευχή;
- Δεν βγήκε κανείς να την πει, κύριε διοικητά.
- Και γιατί δεν έβγαλες εσύ έναν;
- Πώς, κύριε διοικητά; Αφού δεν προσφέρθηκε κανείς.
- Να τον διέτασσες!
- Να διατάξω κάποιον να προσευχηθεί, κύριε διοικητά;
Εκεί ο διοικητής αιφνιδιάστηκε. Δεν βρήκε τι να πει. Ο Κυριάκος συνέχισε:
- Να τον διατάξω να κάνει σκοπιά, να τον διατάξω να πυροβολήσει, να τον διατάξω να κάνει αγγαρεία, αυτό μάλιστα. Αλλά πώς να τον διατάξω να προσευχηθεί; Αυτό είναι θέμα συνείδησης. Προσευχή με το ζόρι γίνεται;
Ο διοικητής δεν έδωσε συνέχεια και το περιστατικό έληξε εκεί.
Δεν γνωρίζω αν ο Κυριάκος επανέλαβε το εγχείρημα.

Καθώς λοιπόν απομακρύνομαι από το σχολείο, θυμάμαι την ιστορία του Κυριάκου. Τον συγκρίνω με τη διευθύντρια-λοχαγό "ανάπαυση-προσοχή-στοιχηθείτε-προσευχηθείτε" και αναρωτιέμαι κι εγώ, προσευχή με το ζόρι γίνεται;

Δεν γίνεται.

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ


Ο Ηλίας ήταν πολύ χαρούμενος. Επιτέλους είχε κάτσει λίγη δουλίτσα, και αν ήταν τυχερός θα είχε και περισσότερη. Ένας ξάδερφός του συνεργαζόταν με μια τεχνική εταιρία που ήθελε να υποβάλλει πρόταση σε διαγωνισμό του δημοσίου και χρησιμοποιούσε εξωτερικούς συνεργάτες. Όμως ο ξάδελφος δεν προλάβαινε να βγάλει μόνος του τη δουλειά και του πρότεινε να συνεργαστούνε. Αν έπαιρναν τη δουλειά, ο ξάδελφος θα του έκανε πρόσληψη. Ο ίδιος τα είχε κλείσει τα βιβλία του εδώ και ένα χρόνο σχεδόν. Δεν έβγαιναν τα έξοδα, κάτι το ταμείο, κάτι οι φόροι αλληλεγγύης, κάτι ο φόρος επιτηδεύματος, το ένα το άλλο μαζεύονταν και δεν έβγαινε. Οπότε τώρα μόνο με αποδείξεις δαπανών μπορούσε να δουλέψει, ή μαύρα.

Το δείγμα έπρεπε να ετοιμαστεί σε τρεις μέρες, πράγμα που σήμαινε δώδεκα και δεκατέσσερις ώρες δουλειά τη μέρα, αλλά ποιος σκοτίζεται; Ιδίως όταν έχουν περάσει μήνες ολόκληροι χωρίς δουλειά, με τους απλήρωτους λογαριασμούς να στιβάζονται και την εφορία να καραδοκεί σαν όρνιο να της πετάξει κάνα κοψίδι από το υστέρημά του για να απομακρύνει το φάσμα της κατάσχεσης. Άσε που του είπαν ότι το δείγμα θα πληρωνόταν - ποιος πληρώνει δείγματα την σήμερον ημέραν; Ίσα ίσα που οι περισσότεροι την έχουν βρει την πατέντα, σπάνε τη δουλειά σε μικρά κομμάτια, τη στέλνουν σε διάφορους ως "δείγματα" για τα οποία φυσικά δεν τους πληρώνουν, και ολοκληρώνουν όλο το έργο έτσι. Αν πληρωνόταν το δείγμα λοιπόν, όσο λίγα και να ήταν, θα ήταν τυχερός. Αν έπαιρναν και τη δουλειά, ακόμη καλύτερα.

Έδωσε τον καλύτερο εαυτό του, και για να αυξήσει τις πιθανότητες να πάρουν το διαγωνισμό, αλλά και για να κάνει καλή εντύπωση στην εταιρεία. Πού ξέρεις, μπορεί να προέκυπτε κάτι άλλο στο μέλλον. Ύστερα το ξέχασε. Πέρασαν μήνες, αλλά δεν επιχείρησε επαφή: ήξερε πώς πάνε αυτά. Είχαν πει βέβαια ότι θα τον πληρώσουν, ωστόσο συμβόλαιο δεν υπήρχε, δεν μπορούσε να πιέσει, ούτε και τον συνέφερε. Αν και όταν το θυμόντουσαν, καλό θα ήταν, διαφορετικά ας πήγαινε στην ευχή. Ούτε το πρώτο απλήρωτο δείγμα θα ήταν, ούτε το τελευταίο. Όμως μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο: ήταν ο ξάδελφος, τον είχαν πληρώσει από την εταιρεία για το δείγμα και μπορούσε κι ο Ηλίας να πάει να πληρωθεί.

Σκάει λοιπόν μύτη στο γραφείο του ξαδέλφου ο Ηλίας μας, μέσα στην καλή χαρά!
- Καλώς τον! Έλα κάθησε, να σου πω τα νέα.
- Τι, μη μου πεις; Το πήραμε;
- Όχι ακόμα, είναι μεγάλη ιστορία. Πού να σ' τα λέω.Θα πιεις καφέ;
- Μπα, δεν προλαβαίνω. Έχεις κόψει απόδειξη;
- Ναι, ορίστε και τα χρήματα. Μας κράτησαν το είκοσι τοις εκατό, είπα μπας και το γλιτώναμε, αλλά...
- Εννοείται βρε, παρακράτηση, κανένα πρόβλημα. Για πες τώρα τι έγινε;
- Λοιπόν, το διαγωνισμό αρχικά τον χάσαμε, από μια μαλακία. Ο υπεύθυνος που ήταν να υποβάλλει την πρότασή μας άργησε να πάει, η προθεσμία έληγε στις 17 του μηνός στις 2 η ώρα, και όταν πήγε ήταν 2 και πέντε. Πήγαινε μπροστά το ρολόι της υπηρεσίας, λέει...
- Έλα ρε συ, δεν το πιστεύω! Μα στο δημοτικό είμαστε;
- Αυτό είπα κι εγώ, ούτε δωδεκάχρονο, άκου λέει το ρολόι... τέλος πάντων αποκλειστήκαμε. Αλλά δεν τελείωσε εκεί το πράγμα. Επειδή θέλουν οπωσδήποτε να πάρουν αυτούς, αλλά βέβαια δεν μπορούσαν έτσι όπως έγιναν τα πράγματα, άκου να δεις τι έκαναν: κήρυξαν το διαγωνισμό άγονο.
- Πώς, οπωσδήποτε; Δηλαδή...
- Ναι βρε, ήταν μιλημένο το πράγμα. Αλλά πήγε ο κόπανος και τα έκανε μούσκεμα. Τέλος πάντων προκηρύχτηκε ξανά ο διαγωνισμός τώρα. Θα τον πάρουμε σίγουρα, εννοείται. Τελειωμένα πράγματα. Δε χρειάζεται να κάνουμε κάτι άλλο, όπως είναι όλα θα τα υποβάλλουν.
- Δεν το πιστεύω ρε συ, σε τι χώρα ζούμε... μα τι πράγματα είναι αυτά;
- Ναι ρε συ, άστα, κι εγώ δεν το πίστευα.
- Έλα ρε, δεν το πιστεύω... κι εμείς σκοτωνόμασταν να κάνουμε καλή δουλειά! Και ήταν δοσμένο!
- Να σου πω κάτι; Μπορεί να κάναμε και την καλύτερη δουλειά εμείς, πραγματικά...
- Μπορεί, αλλά πού να το ξέρεις; Τέλος πάντων τώρα, τι να πω...
- Άστα βρε Ηλία, αφού όλα έτσι γίνονται στη Μπανανία που ζούμε, αφού τα ξέρεις...
- Ναι βρε παιδί μου αλλά... τέλος πάντων πάρε με άμα έχεις νεότερα. Για πότε είναι;
- Ου, αργεί ακόμα, έχει κάτι διαδικαστικά πρώτα... μετά το καλοκαίρι, θα σου πω άμα είναι.
- Καλά, μη σε κρατάω άλλο, τα λέμε. Γεια χαρά, ευχαριστώ.
- Εγώ σ' ευχαριστώ. Άντε, τα λέμε.

Και γύρισε ο Ηλίας μας σπίτι του, κατά λίγες δεκάδες (ούτε καν εκατοντάδες) ευρώ πλουσιότερος, και κατά πολύ προβληματισμένος. Γιατί ναι μεν είχε πει στον ξάδελφο να τον πάρει όταν έβγαινε η δουλειά, αλλά όσο περνούσε η ώρα, τόσο λιγότερο σίγουρος αισθανόταν... έπρεπε να δεχτεί ή όχι; Είχε δεσμευτεί στον ξάδελφο βέβαια, αλλά όταν έγινε αυτό, δεν ήξερε πώς είχαν τα πράγματα... νόμιζε ότι συμμετείχαν κανονικά στο διαγωνισμό, όχι ότι είναι στημένος. Τώρα που το ήξερε... ήθελε να το κάνει, ή όχι;

Η πρώτη σκέψη του ήταν, όχι.

Η δεύτερη σκέψη του ήταν, είσαι μαλάκας.

Η τρίτη σκέψη του ήταν, γαμώ την τύχη μου μέσα.

Πήρε τηλέφωνο τον κολλητό του τον Δημήτρη, αυτόν που επιστράτευε πάντοτε στα δύσκολα. Ο Δημήτρης το πήρε στην πλάκα:
- Προφανώς και θα το κάνεις. Πρώτον, αν δεν το κάνεις εσύ, θα το κάνει κάποιος άλλος. Δεύτερον, δεν θα αλλάξεις εσύ τον κόσμο...
- Δημήτρη με προσβάλλεις τώρα. Πώς δεν θα αλλάξω τον κόσμο; Εγώ πιστεύω ότι θα τον αλλάξω. Μάλιστα ήδη τον έχω αλλάξει. Όχι πολύ, εντάξει, αλλά το λιθαράκι μου το βάζω...
- Εννοώ ότι δεν θα αλλάξεις τη συγκεκριμένη κατάσταση. Η δουλειά έχει ήδη δοθεί, ο βασικός ανάδοχος μάλλον ούτε καν θα πάρει είδηση την αποχώρησή σου, άσε που θα τα χαλάσεις και με τον ξάδελφο, γιατί θα τον αφήσεις ξεκρέμαστο και θα τρέχει να ψάχνει τελευταία στιγμή άλλο άτομο...
- Καλά, εντάξει, τον συγκεκριμένο δεν θα τον αλλάξω. Μπορώ όμως να αλλάξω γενικά την κατάσταση. Έστω λιγάκι. Αν καθένας μας έκανε το ίδιο, δεν θα βρίσκονταν άτομα να κάνουν ρουσφέτια, κι ίσως κάτι άλλαζε...
- Σιγά μην κάνουν όλοι το ίδιο. Δεν υπάρχει περίπτωση. Ούτε θα επηρεάσεις κανέναν. Ούτε που θα το πάρει χαμπάρι κανείς αυτό που θα κάνεις, σ' το λέω υπευθύνως. Κι όσοι το μάθουν, επειδή θα τους το πεις εσύ κι όχι αλλιώς, μαλάκα θα σε πουν.
- Αυτό, ομολογουμένως...
- Να σου πω και κάτι άλλο; Δεν το ζήτησες εσύ το ρουσφέτι. Εσύ πήγες να κάνεις μια δουλειά που σου πρότειναν. Την πρότειναν σε σένα επειδή σε ξέρουν και σε εμπιστεύονται, και δέχτηκες. Δεν ζήτησες εσύ να δώσουν τη δουλειά στην εταιρεία, άλλοι το έκαναν αυτό, εσύ δεν έχεις ευθύνη.
- Ρε συ Δημήτρη ξέρεις τι σκέφτομαι; Μπας και οι φρουροί στα στραδόπεδα συγκέντρωσης κάπως έτσι δικαιολούσαν μέσα στο κεφάλι τους αυτό που έκαναν; Δεν την έστησα εγώ τη μηχανή, εγώ είμαι απλό γρανάζι;
- Αμάν ρε Ηλία, δεν έχει σύγκριση! Άκου στρατόπεδα συγκέντρωσης! Κι άλλωστε δεν το ήξερες όταν δέχτηκες! Τι άλλαξε τώρα που το έμαθες;
- Αυτό ακριβώς, ότι το έμαθα. Πριν δεν το ήξερα, τώρα όμως το ξέρω. Πριν νόμιζα ότι συμμετέχω τίμια σε ένα διαγωνισμό, τώρα ξέρω ότι συνεργάζομαι με απατεώνες.
- Τα παραλές μου φαίνεται. Εγώ λέω να δεχτείς.
- Και πώς θα κοιμάμαι ήσυχος μετά; Πώς θα έχω ήσυχη τη συνείδησή μου;
- Ε κάνε και καμιά έκπτωση στη συνείδησή σου. Και να σου πω κάτι ακόμη; Προτιμώ να την κάνεις εσύ τη δουλειά, που είσαι κι ευσυνείδητος, παρά κάποιος ρεμπεσκές.
Ωραία, σκέφτηκε ο Ηλίας, δηλαδή μπορώ να είμαι και περήφανος τώρα...

Ρώτησε κάνα δυο γνωστούς ακόμη. Σε πολύ κόσμο δεν μπορούσε να το πει, μην το κάνουμε και βούκινο. Άλλωστε θα μπορούσε να εκτεθεί κι ο ξάδελφος, που δεν έφταιγε σε τίποτε, τουλάχιστον όχι άμεσα, αφού ούτε κι εκείνος το ήξερε από την αρχή. Ο Νίκος του είπε τα ίδια με το Δημήτρη και χειρότερα. Ο άλλος, ένας παλιός συμμαθητής που έμενε επαρχία αλλά κρατούσαν επαφή μέσω facebook, συμμερίστηκε τον προβληματισμό του.
- Σε καταλαβαίνω. Ούτε κι εμένα μ' αρέσει. Πριν από είκοσι χρόνια, αν μου είχε τύχει, θα είχα πει όχι. Σήμερα, δεν ξέρω πια.
- Εγώ ξέρω ένα πράγμα: ότι αν πω ναι, δεν θα ανέβω στην εκτίμησή σου.
- Ούτε και θα πέσεις.
- Αλλά ούτε και θα ανέβω. Ξέρω ότι δε θα μου το χρεώσεις, ότι θα καταλάβεις, είναι η κρίση, το οικονομικό...
- Δεν είναι τόσο αυτό. Είναι που σήμερα, άμα κάνεις τον τίμιο, όλοι θα σε πουν μαλάκα.
Αυτό είναι, σκέφτηκε ο Ηλίας. Πάντα ήταν λίγο έτσι, αλλά σήμερα είναι τελείως έτσι. Άμα κάνεις το σωστό, σε θεωρούν μαλάκα. Κανείς δεν πρόκειτα να το εκτιμήσει αν το κάνω. Ούτε κι εγώ ο ίδιος δεν ξέρω αν θα το εκτιμήσω.

Όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο ο Ηλίας ψηνόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Νόμιζε ότι θα ξεμπέρδευε εύκολα με την απόφαση, όμως δεν έγινε έτσι. Τη μία φανταζόταν ότι την έπαιρνε τη δουλειά και δεν έτρεχε τίποτα, έκανε καλή δουλειά, ένιωθε καλά με τον εαυτό του, μετά προέκυπταν κι άλλες συνεργασίες... με την ίδια εταιρεία; Και πώς θα ήξερε ότι δεν ήταν πάλι λαμογιές; Την άλλη φανταζόταν ότι αρνιόταν τη δουλειά και ήταν περήφανος, ένιωθε καλά κι ας ήταν άνεργος, κι ύστερα οι μέρες περνούσαν και άλλη δουλειά δεν ερχόταν, και το νοίκι έτρεχε και οι λογαριασμοί απλήρωτοι και η δόση του δανείου, και τα παιδιά να χρειάζονται καινούρια ρούχα, και η γυναίκα του να τον κοιτά με κείνο το βλέμμα οίκτου και κατανόησης, και οι συνάδελφοι να τον κοιτούν με κείνο το βλέμμα συμπόνοιας και απορίας, δεν πας καλά ρε φίλε...

Δεν ξέρει ο Ηλίας τι να κάνει.

Δεν ξέρει πια τι να σκεφτεί.

Δυο πράγματα γυρίζουν στο μυαλό του, ξανά και ξανά:

Το ένα είναι ο εαυτός του πριν ένα χρόνο, όταν ακόμη είχε τη δική του εταιρεία, πριν κλείσει τα βιβλία, και είχε υποβάλλει κι αυτός μια πρόταση σε διαγωνισμό του δημοσίου, κι είχε ρίξει τρελή δουλειά για μήνες, και είχε κάνει πολύ καλή προετοιμασία, και τελικά τη δουλειά την είχε πάρει άλλος. Πώς θα του φαινόταν αν μάθαινε ότι εκείνη η δουλειά ήταν δοσμένη και τσάμπα σκοτωνόταν στην προσπάθεια;

Το άλλο είναι ένα ποίημα της Ελένης Βακαλό που είχε διαβάσει στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Γ Λυκείου και του είχε κάνει εντύπωση. Θυμάται τον καθηγητή τους καθώς έκαναν την ανάλυση στην τάξη, πώς τόνιζε τα σημαντικά σημεία, πώς τους εφιστούσε την προσοχή στα διάφορα στάδια της μετάβασης του μικρού καλού ανθρώπου:


Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο δρόμο του έναν χτυπημένο

Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε

Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του vα πλησιάσει για να σκύψει να τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα

Τι τα θες τι τα γυρεύεις 

Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω, να ψυχοπονέσει τον καημένο

Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε vα παίξει με τους άρχοντες

Αρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας

~ ~ ~  ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~

Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος Θα σας πω πώς έγινε Έτσι είναι η σειρά Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο δρόμο του έναν χτυπημένο Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε Τόσο πολύ λυπήθηκε που ύστερα φοβήθηκε Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα Τι τα θες τι τα γυρεύεις Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω, να ψυχοπονέσει τον καημένο Και καλύτερα να πούμε Ούτε πως τον έχω δει Και επειδή φοβήθηκε Έτσι συλλογίστηκε Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει; Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες Άρχισε λοιπόν και κείνος Από πάνω να χτυπά Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας Ελένη Βακαλό “Του κόσμου” (1978)

Διαβάστε περισσότερα στο: http://ithaque.gr/pws-egine-enas-kakos-anthropos/#.U3do93bUQ8k | Ithaque
Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος Θα σας πω πώς έγινε Έτσι είναι η σειρά Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο δρόμο του έναν χτυπημένο Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε Τόσο πολύ λυπήθηκε που ύστερα φοβήθηκε Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα Τι τα θες τι τα γυρεύεις Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω, να ψυχοπονέσει τον καημένο Και καλύτερα να πούμε Ούτε πως τον έχω δει Και επειδή φοβήθηκε Έτσι συλλογίστηκε Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει; Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες Άρχισε λοιπόν και κείνος Από πάνω να χτυπά Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας Ελένη Βακαλό “Του κόσμου” (1978)

Κουίζ ηθικής: Ψηφίστε κι εσείς στη δημοσκόπηση κάτω αριστερά στο μπλογκ!
 (προσπάθησα να ενσωματώσω τη δημοσκόπηση στο ποστ, αλλά δεν τα κατάφερα).